Η χώρα αποχαιρέτησε πρόσφατα τον Γιώργο Μαζωνάκη, έναν καλλιτέχνη που η μουσική του συνόδευσε τρεις γενιές Ελλήνων. Ό,τι ακολούθησε —η σύλληψη προσώπων που συνδέονται με την υπόθεση, η αναβάθμιση της δικογραφίας, τα ερωτήματα για το αν η δομή στην οποία νοσηλευόταν λειτουργούσε όπως όφειλε— δεν είναι απλώς μια είδηση που μας συγκλόνισε. Είναι η ερώτηση που θέτει ξανά το ζήτημα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς: αν το κράτος δεν μπόρεσε να προστατέψει έναν άνθρωπο τόσο γνωστό και αγαπητό, πώς να είμαι σίγουρος ότι θα προστατέψει εμένα και την οικογένειά μου;
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς δημόσιο πρόσωπο για να νιώσει αυτό το κενό. Το έχω ζήσει κι εγώ, σε μικρότερη κλίμακα: δεκαοκτώ τηλεφωνήματα για να κλείσω ένα απλό ραντεβού για υπέρηχο στο ΕΣΥ. Όχι επειδή έλειπε καλή θέληση από την άλλη άκρη της γραμμής, αλλά επειδή το σύστημα δεν είναι φτιαγμένο να ανταποκρίνεται έγκαιρα. Η ίδια λογική —απουσία συστηματικού ελέγχου, απουσία ευθύνης όταν κάτι πάει στραβά— διατρέχει πολύ περισσότερα από όσα βλέπουμε στις πρώτες σελίδες.
Ένα μοτίβο που το ξαναζούμε
Δεν είναι η πρώτη φορά που το μαθαίνουμε ως χώρα, και φοβάμαι πως δεν θα είναι η τελευταία, αν δεν αλλάξει κάτι ουσιαστικό. Ξανά και ξανά βλέπουμε το ίδιο μοτίβο: δομές που λειτουργούν επί χρόνια με ελλιπή εποπτεία, άδειες που δεν ελέγχονται συστηματικά, αρμοδιότητες που μοιράζονται σε τόσους φορείς ώστε τελικά να μην τις κρατά κανείς. Το κράτος θυμάται τους κανόνες αφού συμβεί το κακό, όχι πριν. Και το τίμημα αυτής της καθυστέρησης το πληρώνει πάντα ο πολίτης.
Γιατί φτάνουμε ως εδώ
Δεν λείπουν καλοί άνθρωποι από τη δημόσια διοίκηση· λείπει δομή. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί υπάγονται συχνά πολιτικά, χωρίς πραγματική ανεξαρτησία από όποιον κυβερνά κάθε φορά. Δεν υπάρχει προσωπική ευθύνη όταν ένας έλεγχος γίνεται τυπικά, στα χαρτιά, χωρίς ουσία. Κι όταν η αρμοδιότητα είναι κατακερματισμένη σε πολλούς φορείς, ο καθένας παραπέμπει στον άλλον, μέχρι η ευθύνη να εξατμιστεί. Το έχω γράψει και παλαιότερα: το νόμιμο αξίζει μόνο όταν είναι και ηθικό — κι ένα κράτος που ελέγχει μόνο τυπικά δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Σε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη οι ελεγκτικές αρχές λειτουργούν με μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την εκάστοτε πολιτική εξουσία και με σαφέστερη προσωπική λογοδοσία. Δεν είναι θεωρητικό μοντέλο· είναι πρακτική επιλογή, εφαρμόσιμη και εδώ.
Πώς ξαναχτίζεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς: οι προτάσεις μου
Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε το πρόβλημα· χρειάζεται συγκεκριμένη λύση. Ως στέλεχος της Φωνής Λογικής, πιστεύω ότι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς ξαναχτίζεται μόνο με θεσμούς που λειτουργούν ανεξάρτητα, ελέγχονται με στοιχεία και λογοδοτούν με συνέπειες. Προτείνω:
- Ανεξάρτητους ελεγκτικούς φορείς, εκτός πολιτικής εποπτείας υπουργείων, με υποχρεωτικό χρονοδιάγραμμα επιθεωρήσεων και άμεση εξουσία αναστολής λειτουργίας όταν εντοπίζεται παρατυπία.
- Προσωπική λογοδοσία κάθε επιθεωρητή: αξιολόγηση με βάση το αποτέλεσμα του ελέγχου, όχι μόνο την υπογραφή του — αυτή είναι η αξιοκρατία στον δημόσιο βίο στην πράξη.
- Ενιαίο ψηφιακό μητρώο αδειών, συνταγογραφήσεων και ελέγχων, με διασταύρωση σε πραγματικό χρόνο, ώστε μια παρατυπία να ενεργοποιεί αυτόματα ειδοποίηση στις αρμόδιες αρχές.
- Σαφή καταμερισμό αρμοδιοτήτων: ένας φορέας υπεύθυνος ανά τομέα, όχι δέκα που παραπέμπουν ο ένας στον άλλον.
- Σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας για όσους κατηγορούνται, με παράλληλη διασφάλιση ότι η Δικαιοσύνη θα κρίνει χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς παρεμβάσεις — γιατί ανεξάρτητη Δικαιοσύνη σημαίνει και ταχύτητα, όχι μόνο ανεξαρτησία.
Τι αξίζει;
Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν χαρίζεται· χτίζεται, με κανόνες που εφαρμόζονται πριν από την τραγωδία και όχι μετά από αυτήν. Το ξέρω γιατί το έζησα κι εγώ, ως επιχειρηματίας που πάλεψε επί δεκαετίες μέσα σε ένα σύστημα που συχνά τον άφηνε μόνο του απέναντι στη γραφειοκρατία. Πιστεύω ότι η Ελλάδα μας αξίζει κράτος που προλαβαίνει, όχι κράτος που απολογείται εκ των υστέρων. Αυτή είναι η δέσμευσή μου, και αυτή είναι η θέση της Φωνής Λογικής.


