Αριθμομηχανή πάνω σε ευρώ — η φορολογική επιβάρυνση της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα

Θέλω να μιλήσω ευθέως για το τι οφείλει το κράτος στη μεσαία τάξη. Πρώτα, όμως, οφείλω να ορίσω ποια είναι αυτή η τάξη και τι αντιπροσωπεύει· χωρίς σαφή ορισμό, κάθε κουβέντα για «στήριξη» μένει σύνθημα.

Πώς γεννήθηκε η μεσαία τάξη

Η μεσαία τάξη γεννήθηκε με τη Βιομηχανική Επανάσταση, τον 18ο αιώνα. Ως τότε, η κοινωνία σε ολόκληρη την Ευρώπη ήταν δυαδική: από τη μία η αριστοκρατία, από την άλλη οι αγρότες και οι εργάτες. Η Βιομηχανική Επανάσταση δημιούργησε ένα ενδιάμεσο κενό, το οποίο ήρθαν να καλύψουν εργοστασιάρχες, έμποροι, δικηγόροι, γιατροί — άνθρωποι που δεν ανήκαν στην αριστοκρατία, δεν ήταν όμως ούτε εργάτες ούτε χειρώνακτες. Και, το κυριότερο, διέθεταν χρήματα· συχνά, μάλιστα, πολλά.

Έτσι γεννήθηκε η μεσαία τάξη, θέτοντας ταυτόχρονα σε κίνηση τρεις δυνάμεις: τη βιομηχανοποίηση, με νέα επαγγέλματα και νέο πλούτο· την αστικοποίηση, με ανθρώπους που συνέρρεαν στις πόλεις φέρνοντας διαφορετικές ανάγκες· και την εκπαίδευση, το εισιτήριο για την κοινωνική άνοδο και τη συμμετοχή στη διοίκηση της κοινωνίας — αίτημα πλέον της ίδιας της μεσαίας τάξης.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Η Ελλάδα δεν πέρασε από κλασική Βιομηχανική Επανάσταση. Η ελληνική μεσαία τάξη διαμορφώθηκε διαφορετικά και αργότερα, κυρίως σε τρεις φάσεις.

1η φάση: Μεταπολεμική ανοικοδόμηση (1950–1974)

Η εσωτερική μετανάστευση από τα χωριά προς τις πόλεις, σε συνδυασμό με τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση και τη δημοσιοϋπαλληλία, έχτισε την πρώτη ελληνική μεσαία τάξη. Ακρογωνιαίος λίθος της ήταν το ιδιόκτητο σπίτι — συχνά καρπός της αντιπαροχής, του θεσμού που άνθησε επί Κωνσταντίνου Καραμανλή.

2η φάση: Μεταπολίτευση (1974–2009)

Η διεύρυνση του δημόσιου τομέα, η ένταξη στην ΕΟΚ, η πρόσβαση σε εύκολο δανεισμό και η εισροή κοινοτικών κεφαλαίων δημιούργησαν μια εκτεταμένη, αλλά εύθραυστη, μεσαία τάξη. Ο «μικρομεσαίος» έγινε ο κορμός της ελληνικής κοινωνίας. Η μαζική εισροή μεταναστών τη δεκαετία του 1990 ώθησε, παράλληλα, πολλούς Έλληνες χαμηλότερων εισοδημάτων ένα σκαλί ψηλότερα στην κοινωνική κλίμακα.

3η φάση: Κρίση και συρρίκνωση (2010–σήμερα)

Η δεκαετία των Μνημονίων δεν κατέστρεψε αριθμητικά τη μεσαία τάξη· την άδειασε από μέσα. Ο ίδιος άνθρωπος, το ίδιο σπίτι, το ίδιο επάγγελμα — αλλά με λιγότερα χρήματα, υψηλότερους φόρους και ανύπαρκτες προοπτικές για τα παιδιά του.

Το κρίσιμο συμπέρασμα

Το συμπέρασμα, για μένα, είναι κρίσιμο: η μεσαία τάξη δεν είναι φυσικό φαινόμενο· είναι πολιτική επιλογή. Δημιουργείται με κράτος πρόνοιας, σταθερή εργασία, πρόσβαση στην εκπαίδευση και δίκαιη φορολογία — και καταστρέφεται όταν αυτές οι συνθήκες εκλείψουν. Ό,τι συνέβη στην Ελλάδα μετά το 2010 δεν ήταν απλώς κρίση· ήταν η αποσυναρμολόγηση όσων είχαν χτιστεί με δύο γενιές κόπου.

Η μεσαία τάξη σήμερα: τι λένε τα στοιχεία

Ας δούμε τι ισχύει σήμερα, με βάση τα στοιχεία. Κατά τον ΟΟΣΑ και τη Eurostat, στη μεσαία τάξη ανήκει όποιος έχει ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα μεταξύ 75% και 200% του διάμεσου εθνικού εισοδήματος. Σύμφωνα με ανάλυση του ΕΒΕΠ, για την Ελλάδα του 2024–2025 τα όρια διαμορφώνονται ως εξής:

  • Μονοπρόσωπο νοικοκυριό: 8.000–22.000 € καθαρά τον χρόνο.
  • Τετραμελής οικογένεια: 24.000–60.000 € καθαρά τον χρόνο — υπό την προϋπόθεση ότι οι εργαζόμενοι ενήλικες αμείβονται 2.000–5.000 € τον μήνα.

Παραδοσιακά, η ελληνική μεσαία τάξη είναι ο δημόσιος υπάλληλος, ο μισθωτός του ιδιωτικού τομέα, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας: αυτός που έχει ιδιόκτητο σπίτι, ένα αυτοκίνητο και καλύπτει τις βασικές ανάγκες της οικογένειάς του.

Σήμερα, περίπου το 50% των νοικοκυριών ανήκει στη μεσαία τάξη, έναντι 58–60% στην Ευρωζώνη. Η διαφορά δεν φαίνεται μεγάλη αριθμητικά — το περιεχόμενό της, όμως, έχει αδειάσει:

  • Ο διάμεσος μισθός είναι περίπου 1.200 € μεικτά· δηλαδή οι μισοί εργαζόμενοι λαμβάνουν λιγότερα από 900 € καθαρά.
  • Το 60% των νοικοκυριών ζει με λιγότερα από 1.800 € τον μήνα — ποσοστό που πριν από την κρίση του 2008 βρισκόταν στο 38% και ακολουθούσε καθοδική πορεία, η οποία ανατράπηκε απότομα.
  • 6 στους 10 Έλληνες αδυνατούν να καλύψουν μια έκτακτη δαπάνη 500 ευρώ.

Η μεσαία τάξη, επομένως, δεν συρρικνώθηκε αριθμητικά· συρρικνώθηκε σε αγοραστική δύναμη και σε ασφάλεια. Πληρώνει το 51% των φορολογικών εσόδων, ενώ το μέσο εισόδημά της παραμένει από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη — λίγο πάνω από 10.000 € ανά άτομο, έναντι 26.000 € του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

Με απλά λόγια: μεσαία τάξη στην Ελλάδα σήμερα είναι αυτός που δεν είναι φτωχός με το ζόρι, αλλά ούτε αισθάνεται ασφαλής. Εργάζεται, πληρώνει, δεν φοροδιαφεύγει — και βλέπει τα χρήματά του να τελειώνουν πριν από το τέλος του μήνα.

Το χρέος σε αριθμούς

Το ερώτημα, λοιπόν, τι οφείλει το κράτος στη μεσαία τάξη δεν είναι ρητορικό: έχει αριθμούς πίσω του — και τους ξέρω καλά. Οι αριθμοί είναι κατηγορηματικοί.

Για κάθε 100 ευρώ μισθού, τα 39 καταλήγουν στο κράτος, σε φόρους και εισφορές. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ για το 2026, η Ελλάδα κατέχει την 4η χειρότερη θέση μεταξύ των χωρών του Οργανισμού για οικογένειες με παιδιά, με φορολογική σφήνα 37,5% έναντι μέσου όρου 26,2%. Εκεί που ο μέσος Ευρωπαίος γονιός ωφελείται κατά 8,9 ποσοστιαίες μονάδες επειδή έχει παιδιά, ο Έλληνας ωφελείται μόλις κατά 1,8 μονάδες.

Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ενώ στις χώρες-μέλη η φορολογική επιβάρυνση μειώθηκε κατά 1 ποσοστιαία μονάδα από το 2000 έως το 2025, στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 0,6 μονάδες.

Το κράτος οφείλει, επομένως, να επιστρέψει στη μεσαία τάξη όσα της αφαίρεσε, διαλύοντάς την με τις πολιτικές του επιλογές — ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες.

Τι οφείλει το κράτος στη μεσαία τάξη

Να τι διεκδικώ, συγκεκριμένα:

1. Φορολογική δικαιοσύνη

Η μεσαία τάξη χρηματοδοτεί το κράτος δυσανάλογα. Το αφορολόγητο τοποθετείται στο 62% του διάμεσου μισθού, ο ανώτατος όμως συντελεστής ενεργοποιείται νωρίτερα από ό,τι σε κάθε άλλη χώρα — μόλις στο 225% του διάμεσου μισθού. Έτσι, ο «σχετικά καλοπληρωμένος» μισθωτός πληρώνει με συντελεστές πλουσίου, χωρίς να είναι πλούσιος.

2. Αντιστάθμιση του πληθωρισμού

Η Eurobank υπολογίζει ότι η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας εξηγεί το 37% της αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης την περίοδο 2021–2023. Πληρώνουμε φόρους σαν να κερδίζουμε περισσότερα από όσα πραγματικά αξίζουν τα χρήματά μας.

3. Ουσιαστικές υπηρεσίες σε αντάλλαγμα

Δημόσια υγεία που λειτουργεί, παιδεία με πραγματικό περιεχόμενο, ασφαλιστικό που δεν οδηγεί σε σύνταξη πείνας ύστερα από 40 χρόνια εισφορών. Η μεσαία τάξη χρηματοδοτεί ένα σύστημα από το οποίο συχνά η ίδια εξαιρείται: πολύ πλούσια για τα ευεργετήματα των αδυνάτων, πολύ φτωχή για τις προστασίες των ισχυρών.

4. Απαλλαγή από τον ρόλο της «αγελάδας γαλακτοπαραγωγής»

Στην Ελλάδα, σχεδόν το 70% του φορολογητέου εισοδήματος προέρχεται από μισθωτούς και συνταξιούχους — ανθρώπους που δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα. Η φορολογική βάση επιβαρύνεται επειδή είναι ορατή, όχι επειδή ευθύνεται για τα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Τι κάνει τώρα η κυβέρνηση — και γιατί δεν αρκεί

Ο Ν. 5246/2025 μειώνει τους συντελεστές κατά 2 μονάδες στα εισοδήματα 10.000–40.000 ευρώ, ωφελώντας περίπου 4 εκατομμύρια φορολογουμένους. Είναι ένα βήμα. Ωστόσο, ένας μισθωτός με 20.000 ευρώ κερδίζει 200 ευρώ τον χρόνο — λιγότερα από ένα μεγάλο εβδομαδιαίο ψώνισμα στο σούπερ μάρκετ. Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια υπερφορολόγησης, ένα χρέος δεν εξοφλείται με μία δόση.

Η μεσαία τάξη δεν είναι στατιστική κατηγορία. Είναι ο εργαζόμενος που πληρώνει κανονικά, δεν φοροδιαφεύγει, δεν έχει εκτός σχεδίου ακίνητα και δεν έχει πρόσβαση στα «ειδικά καθεστώτα». Αυτόν τον άνθρωπο τον ξέρω — γιατί ξέρω πώς λειτουργεί και η αγορά και η κρατική μηχανή. Το κράτος του οφείλει αναγνώριση, ελάφρυνση και αντάξιες δημόσιες υπηρεσίες, και αυτό θα διεκδικήσω. Ώσπου να συμβεί, όποιος μιλά για «στήριξη της μεσαίας τάξης» με 200 ευρώ τον χρόνο δεν εξοφλεί χρέη· ζητά νέα ψήφο επί πιστώσει.